Connect with us

ΥΓΕΙΑ

Προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού: Πότε ωφελεί πραγματικά και πότε χρειάζεται δεύτερη σκέψη

Ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού είναι ένα θέμα που απασχολεί πολλές γυναίκες, αλλά και τους γιατρούς που καλούνται να προτείνουν πότε πρέπει να ξεκινά, πόσο συχνά να γίνεται και πότε είναι λογικό να σταματά. Η νέα επικαιροποιημένη οδηγία του American College of Physicians, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Annals of Internal Medicine, εστιάζει ειδικά σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου, δηλαδή γυναίκες χωρίς προσωπικό ιστορικό καρκίνου του μαστού, χωρίς γνωστές γονιδιακές μεταλλάξεις υψηλού κινδύνου, χωρίς άλλο κληρονομικό σύνδρομο που αυξάνει τον κίνδυνο και χωρίς ιστορικό ακτινοθεραπείας στο θώρακα σε νεαρή ηλικία.

Η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι το βασικό μήνυμα της οδηγίας είναι ότι ο έλεγχος δεν είναι μια ενιαία απόφαση για όλες, αλλά χρειάζεται να προσαρμόζεται στην ηλικία, στις προτιμήσεις της γυναίκας και στη σωστή στάθμιση ανάμεσα στα οφέλη και στις πιθανές βλάβες.

Για τις γυναίκες ηλικίας 40 έως 49 ετών, οι οδηγίες δεν προτείνουν αυτόματη και καθολική έναρξη μαστογραφικού ελέγχου. Αντίθετα, δίνουν έμφαση στην εξατομικευμένη συζήτηση με τον γιατρό, ώστε η απόφαση να λαμβάνεται μετά από ενημέρωση για τα πιθανά οφέλη και τις πιθανές βλάβες του ελέγχου. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, τα οφέλη του ελέγχου κρίνονται υπαρκτά αλλά περιορισμένα και πιο αβέβαια σε σχέση με τις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ οι πιθανές αρνητικές συνέπειες είναι πιο έντονες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα ψευδώς θετικά ευρήματα, που μπορεί να οδηγήσουν σε άγχος, επαναληπτικές εξετάσεις και βιοψίες, αλλά και η υπερδιάγνωση, δηλαδή η ανίχνευση όγκων που ίσως δεν θα δημιουργούσαν ποτέ πρόβλημα στη διάρκεια της ζωής της γυναίκας. Έτσι, η σύσταση είναι ότι η απόφαση σε αυτή την ηλικία πρέπει να λαμβάνεται μετά από κοινού. Αν μια γυναίκα, αφού ενημερωθεί για τα πιθανά οφέλη και τις βλάβες, επιθυμεί να ελεγχθεί, τότε ο έλεγχος μπορεί να γίνει με μαστογραφία κάθε δύο χρόνια.

Η εικόνα αλλάζει στις ηλικίες 50 έως 74 ετών. Εδώ η οδηγία είναι πιο σαφής: για τις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου προτείνεται μαστογραφία ανά διετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν, σε αυτή την ηλικιακή ομάδα τα οφέλη του προσυμπτωματικού ελέγχου υπερτερούν των βλαβών. Η μαστογραφία συνδέεται με μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο του μαστού, αλλά και με λιγότερες προχωρημένες μορφές της νόσου. Παρ’ όλα αυτά, οι βλάβες δεν εξαφανίζονται: εξακολουθούν να υπάρχουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα, επιπλέον εξετάσεις, βιοψίες, ψυχολογική επιβάρυνση και περιπτώσεις υπερδιάγνωσης. Γι’ αυτό και οι συντάκτες απορρίπτουν την ιδέα του ετήσιου ελέγχου ως ρουτίνα, αφού η συχνότερη εξέταση αυξάνει τα ψευδώς θετικά και τις παρεμβάσεις χωρίς να προσφέρει καθαρό, ισχυρό πλεονέκτημα έναντι του ελέγχου κάθε δύο χρόνια.

Για τις γυναίκες ηλικίας 75 ετών και άνω, καθώς και για όσες έχουν περιορισμένο προσδόκιμο ζωής λόγω σοβαρών συνοδών νοσημάτων, η οδηγία συστήνει να συζητείται η διακοπή του ελέγχου. Το σκεπτικό είναι ότι τα πιθανά οφέλη του προσυμπτωματικού ελέγχου μειώνονται όσο προχωρά η ηλικία ή όταν η γενική κατάσταση της υγείας είναι επιβαρυμένη, ενώ οι βλάβες, όπως η υπερδιάγνωση και οι περιττές παρεμβάσεις, μπορεί να γίνονται πιο σημαντικές. Η οδηγία αναφέρει ότι οι γυναίκες με προσδόκιμο ζωής μικρότερο από πέντε χρόνια είναι απίθανο να ωφεληθούν από τον προσυμπτωματικό έλεγχο για καρκίνο. Ωστόσο, και εδώ η απόφαση δεν παρουσιάζεται ως απόλυτη: αν μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, αφού ενημερωθεί, εξακολουθεί να θέλει να συνεχίσει τον έλεγχο, μπορεί να της προσφερθεί μαστογραφία ανά διετία, με επανεκτίμηση της απόφασης κάθε δύο χρόνια.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι συστάσεις για τις γυναίκες με πυκνούς μαστούς, δηλαδή με πυκνότητα κατηγορίας C ή D σύμφωνα με το σύστημα BI-RADS. Στις περιπτώσεις αυτές, οι γιατροί καλούνται να εξετάσουν το ενδεχόμενο χρήσης συμπληρωματικής ψηφιακής τομοσύνθεσης μαστού. Η μέθοδος αυτή φαίνεται να εντοπίζει περισσότερους καρκίνους, ιδιαίτερα στον πρώτο γύρο ελέγχου, χωρίς σαφή αύξηση των ψευδώς θετικών ευρημάτων σε σύγκριση με τη συμβατική μαστογραφία. Ωστόσο, η οδηγία σημειώνει ότι πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλοι παράγοντες, όπως η επιπλέον έκθεση σε ακτινοβολία, η διαθεσιμότητα της μεθόδου και το κόστος. Με άλλα λόγια, δεν προτείνεται άκριτα για όλες, αλλά ως επιλογή που πρέπει να συζητείται εξατομικευμένα.

Αντίθετα, η οδηγία είναι πιο αρνητική απέναντι στη συμπληρωματική μαγνητική μαστογραφία και το υπερηχογράφημα σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου με πυκνούς μαστούς. Παρότι αυτές οι εξετάσεις μπορεί να εντοπίζουν περισσότερα ευρήματα, συνοδεύονται και από περισσότερες ανακλήσεις, περισσότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα, περισσότερες βιοψίες και, στην περίπτωση της μαγνητικής, ακόμη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη διαδικασία ή το σκιαγραφικό. Επιπλέον, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δείχνουν ότι μειώνουν τη θνησιμότητα. Γι’ αυτό η οδηγία δεν τις συστήνει ως συμπληρωματικές εξετάσεις ρουτίνας σε αυτή την ομάδα.

Τελικά, ο προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι απλώς μια τεχνική πράξη, αλλά μια απόφαση που πρέπει να στηρίζεται στην ενημέρωση και στον διάλογο, αναφέρουν οι ειδικοί. Για τις γυναίκες 50 έως 74 ετών, η διετής μαστογραφία παραμένει η πιο σταθερή σύσταση. Για τις γυναίκες 40 έως 49 ετών, η επιλογή είναι περισσότερο προσωπική και χρειάζεται ουσιαστική συζήτηση με τον γιατρό. Για τις γυναίκες άνω των 75 ετών, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η εξέταση μπορεί να βρει κάτι, αλλά αν πράγματι θα προσφέρει όφελος που να αξίζει το πιθανό κόστος και την επιβάρυνση. Με αυτόν τον τρόπο, η νέα οδηγία μετατοπίζει το βάρος από την αυτόματη εφαρμογή ενός γενικού κανόνα προς μια πιο προσεκτική, ανθρώπινη και εξατομικευμένη προσέγγιση.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Continue Reading
Advertisement

ΥΓΕΙΑ

Ο πραγματικός αριθμός ασθενών με μακροχρόνιο Covid ενδέχεται να είναι διπλάσιος από τις εκτιμήσεις

Ο πραγματικός αριθμός των ασθενών με μακροχρόνιο Covid (long Covid) ενδέχεται να είναι διπλάσιος από τις σημερινές εκτιμήσεις και να παραμένει αόρατος από τα υπάρχοντα συστήματα επιτήρησης, σύμφωνα με νέα έρευνα με επικεφαλής το αμερικανικό υγειονομικό σύστημα «Mass General Brigham».

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν έναν νέο αλγόριθμο τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύσουν ιατρικά αρχεία σχεδόν 460.000 ασθενών που είχαν προηγουμένως βρεθεί θετικοί σε COVID-19 από 58 νοσοκομεία σε τέσσερις περιοχές των ΗΠΑ. Διαπίστωσαν ότι περίπου ένας στους έξι ασθενείς, δηλαδή σχεδόν το 16%, εμφάνισε long Covid. Τα ποσοστά κυμαίνονταν από 13,6% έως 22,7% σε όλες τις περιοχές.

Τα ποσοστά αυτά, που αντιστοιχούν σε περισσότερους από 18 εκατομμύρια Αμερικανούς, είναι διπλάσια από τις σημερινές εκτιμήσεις και αποτυπώνουν το αυξανόμενο φορτίο χρόνιων παθήσεων έπειτα από λοίμωξη COVID-19. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο «JAMA Network Open».

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι σημερινοί διαγνωστικοί κωδικοί καταγράφουν λιγότερο από το 7% των ασθενών με long COVID. «Πάνω από δέκα εκατομμύρια άτομα με long Covid θα παρέμεναν εντελώς απαρατήρητα με βάση τον διαγνωστικό κωδικό που χρησιμοποιούν τα συστήματα υγείας και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής για να παρακολουθούν το φορτίο της νόσου», σημειώνει ο κύριος συγγραφέας της μελέτης, Χοσεΐν Εστιρί, από το Τμήμα Ιατρικής του «Mass General Brigham». «Τα στοιχεία που εντοπίσαμε είναι σχεδόν σίγουρα υποεκτιμημένα», προσθέτει.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι το 14,5% των ασθενών με COVID-19 ανέπτυξαν χρόνιες παθήσεις που απαιτούσαν συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Παράλληλα, εντοπίστηκαν σημαντικές περιφερειακές διαφορές στις εκδηλώσεις του long Covid, όπως τα διαφορετικά ποσοστά προδιαβήτη, που θεωρείται πλέον μία από τις πιθανές μακροχρόνιες επιπλοκές της νόσου.

Σε αντίθεση με την αντίληψη ότι το long Covid αποτελεί κυρίως «κληρονομιά» των πρώτων κυμάτων της πανδημίας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η συνολική συχνότητα εμφάνισής του συνεχίζει να αυξάνεται σε όλες τις περιοχές που μελετήθηκαν. Αυτό δείχνει ότι ο ιός εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας πρόκλησης νέων χρόνιων προβλημάτων υγείας που επηρεάζουν διαφορετικά συστήματα του οργανισμού.

Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα δεν περιλαμβάνουν μη καταγεγραμμένες λοιμώξεις, οι οποίες πλέον αποτελούν την πλειονότητα μετά τη διακοπή των μαζικών τεστ, ούτε ασθενείς χωρίς μακροχρόνια ιατρικά αρχεία. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό φορτίο του long Covid ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο.

 

Μ. Κουζινοπούλου

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Continue Reading

ΔΙΕΘΝΗ

Επιδημία Έμπολα στη ΛΔ Κονγκό: 160 νεκροί, 671 ύποπτα κρούσματα

Ο αριθμός των μολύνσεων από τον επίφοβο κι εξαιρετικά θανατηφόρο ιό Έμπολα συνεχίζει θα αυξάνεται με ταχύ ρυθμό, ανέφεραν οι αρχές στη ΛΔ Κονγκό, με το υπουργείο Υγείας να καταμετρά 671 ύποπτα κρούσματα και 160 θανάτους που πιστεύεται πως οφείλονταν σε αυτόν ως τώρα.

Το υπουργείο διευκρίνισε πως 64 μολύνσεις και οι έξι θάνατοι επιβεβαιώθηκε με εργαστηριακές εξετάσεις πως οφείλονταν στον ιό.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) σημείωνε προχθές Τετάρτη πως είχαν καταγραφεί σχεδόν 600 ύποπτα κρούσματα και 130 θάνατοι αποδιδόμενοι στον Έμπολα. Η υπηρεσία, μέρος του συστήματος του ΟΗΕ, έσπευσε να συμπληρώσει ότι ο αριθμός των κρουσμάτων πιθανόν είναι πολύ υψηλότερος, καθώς δεν αναφέρονται όλα τα κρούσματα.

Στη γειτονική Ουγκάντα, το υπουργείο Υγείας διαβεβαίωσε πως δεν έχουν υπάρξει νέες μολύνσεις πέρα από δύο υπηκόων της ΛΔ Κονγκό. Ο ένας από τους ασθενείς πέθανε. Ο δεύτερος ήταν αρνητικός στον ιό προχθές και συνέχιζε να υποβάλλεται σε θεραπεία, κατά την ίδια πηγή.

Σύμφωνα με τα Αφρικανικά Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (ACDC), η τρέχουσα επιδημία εκδηλώθηκε στη βορειοανατολική επαρχία Ιτουρί, που γειτονεύει με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν, πριν από περίπου δυο μήνες. Είναι η 17η καταγεγραμμένη επιδημία του Έμπολα στη γιγαντιαία αφρικανική χώρα από το 1976.

Αποδίδεται στο σπάνιο στέλεχος Μπουντιμπουγκιό του ιού, για το οποίο δεν υπάρχουν ούτε εμβόλια, ούτε συγκεκριμένες θεραπείες, κάτι που κάνει ιδιαίτερα δύσκολο τον περιορισμό του ξεσπάσματος.

Ο Έμπολα, ιδιαίτερα μεταδοτικός και με υψηλή θνητότητα, εξαπλώνεται μέσω της στενής επαφής με ανθρώπους που έχουν μολυνθεί ή σωματικά υγρά.

Πάνω από 11.000 άνθρωποι–κατά μάλλον συντηρητικές εκτιμήσεις–είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια επιδημίας του Έμπολα την περίοδο 2014-2015 που σάρωσε τη δυτική Αφρική.

ΦΩΤΟ EPA/STRINGER

ΑΠΕ ΜΠΕ

Continue Reading

ΥΓΕΙΑ

Τα κρούσματα σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ στην Ευρώπη

Μεγάλη αύξηση έχει παρατηρηθεί στα κρούσματα σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων στην Ευρώπη, όπως ανακοίνωσε σήμερα το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), προκαλώντας μεγάλη ανησυχία.

Τα κρούσματα γονόρροιας και σύφιλης στην Ευρώπη έφθασαν το 2024 στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, σύμφωνα με την εν λόγω υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υγεία, η οποία έχει την έδρα της στην πόλη Σόλνα της Σουηδίας.

Το ECDC κατέγραψε το 2024 106.331 κρούσματα γονόρροιας, αυξημένα κατά 303% από το 2015.

Ο αριθμός των κρουσμάτων σύφιλης υπερδιπλασιάσθηκε κατά την ίδια περίοδο, φθάνοντας τα 45.577. Τα χλαμύδια παρέμειναν η συνηθέστερα εμφανιζόμενη σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη, με 213.443 κρούσματα, ανακοίνωσε το ECDC.

Ο Μπρούνο Τσάντσο του ECDC προειδοποίησε ότι λοιμώξεις που δεν αντιμετωπίζονται μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα υγείας, περιλαμβανομένων χρόνιου πόνου και στειρότητας. Στην περίπτωση της σύφιλης, οι επιπλοκές μπορεί επίσης να πλήξουν την καρδιά, τα αιμοφόρα αγγεία και το νευρικό σύστημα.

Ο ίδιος δήλωσε πως η αύξηση των κρουσμάτων της σύφιλης που περνάει από τη μητέρα στο παιδί είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, με τις σχετικές αναφορές να έχουν διπλασιασθεί ανάμεσα στο 2023 και το 2024.

«Η προστασία της σεξουαλικής υγείας παραμένει επιτακτική», δήλωσε ο Τσάντσο. «Χρησιμοποιείτε προφυλακτικό με νέους ή πολλαπλούς συντρόφους και κάνετε τεστ, αν έχετε συμπτώματα, όπως πόνο, απεκκρίσεις ή κάποιο έλκος», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με το ECDC, άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες είναι μακράν η ομάδα που πλήττεται περισσότερο από τις λοιμώξεις, κυρίως γονόρροια και σύφιλη.

Η σύφιλη γίνεται επίσης συχνότερη μεταξύ ετεροφυλόφιλων προσώπων, κυρίως γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης.

Το ECDC ανακοίνωσε ότι τα καταγεγραμμένα κρούσματα μετάδοσης σύφιλης από τη μητέρα στο παιδί αυξήθηκαν από 78 το 2023 σε 140 το 2024 στις 14 χώρες που παρείχαν σχετικά στοιχεία.

NEWSIT

Τα κρούσματα σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ στην Ευρώπη

Continue Reading

ΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ